
O Περικλής έμαθε να ξεχωρίζει τους ανθρώπους από τον τρόπο που κρατούσαν το εισιτήριο. Υπήρχαν αυτοί που το άρπαζαν βιαστικά και το παράχωναν σε κάποια τσέπη. Οι αγχωμένοι, οι αργοπορημένοι, αυτοί που δεν είχαν καθόλου χρόνο να σπαταλήσουν. Μετά, ήταν αυτοί που το κοιτούσαν προσεκτικά, ψάχνοντας τις πληροφορίες και έπειτα κάθε τόσο το ξανακοιτούσαν για να βεβαιωθούν πως είχαν διαβάσει σωστά. Χαμογελαστοί, συνήθως με παρέα, σπάνια μόνοι, φαινομενικά απορροφημένοι από όσα τριγύρω γίνονται, αλλά αλλού. Υπήρχαν και οι άλλοι, που το κρατούσαν χαλαρά και έπαιζαν με τις γωνίες του, ενώ με το άλλο χέρι κάπνιζαν ή έπιναν καφέ και χειρονομούσαν μαζί με την φλυαρία τους. Συνήθως νέοι, άθραυστοι, γεμάτοι ιστορίες να αφηγηθούν και τίποτα πολύτιμο να τους κρατάει πίσω. Και καμιά φορά ήταν και αυτοί που το κρατούσαν προσεκτικά, προσέχοντας μη τσαλακωθεί, πολλές φορές περνώντας τον αντίχειρα τους πάνω από τα τυπωμένα γράμματα. Αυτοί που έστεκαν λίγα βήματα από την άκρη της πλατφόρμας, ή κάθονταν στην άκρη κάποιας καρέκλας στο κυλικείο. Περαστικοί, παράταιροι στον χώρο, κρατώντας στο χέρι αυτό που θα τους πάει εκεί που πραγματικά ανήκουν.
Τα γράμματα δεν τα έγραφε κάθε μέρα. Όχι πια. Τα πρώτα χρόνια, όταν έκλεινε το γκισέ το βράδυ και γύριζε σπίτι, έγραφε μέχρι τις πρώτες ώρες του πρωινού. Έγραφε γρήγορα, πολλές φορές ανάκατα για να μη χαθεί κανείς. Κάθε άνθρωπος άφηνε πίσω του κάτι που έπρεπε να γραφτεί. Άλλες φορές δυο γραμμές, άλλες σελίδες ολόκληρες. Δεν ήξερε τα ονόματα, εφηύρε τα δικά του.
«Ελένη, πρόσεχε εκεί που πας. Να κρατάς σφιχτά το χέρι της Πόπης και να μη λες πολλά, γιατί οι άνθρωποι δεν έχουν τρόπο να ακούνε».
«Αξιότιμη κυρία Στρατή, δίκιο έχετε να φωνάζετε πως όλα τα κάνετε εσείς. Πολλά τα βάρη και λίγη η βοήθεια που σας προσφέρει ο σύζυγός σας. Ίσως μια μέρα να χαμογελάσετε ξανά. Θα ταιριάζει με τις πέρλες που φοράτε στο λαιμό».
«Αγαπητέ Μανώλη, μην στενοχωριέσαι που φεύγεις. Θα περάσουν γρήγορα οι μήνες και θα βρεθείς ξανά στην αγκαλιά της μάνας σου».
Η γυναίκα στάθηκε μπροστά στο γκισέ χωρίς να βγάλει αμέσως το πορτοφόλι της. Έστρεψε τα μάτια της ψηλά στις πληροφορίες των δρομολογίων πάνω από το κεφάλι της. Ύστερα κοίταξε τα χέρια της που ακουμπούσαν τον πλαστικό πάγκο. Στο τέλος κοίταξε προς τη μεριά του Περικλή, πίσω από το καλογυαλισμένο τζάμι. Ήταν περίπου στα 50, με τα ίσια της μαλλιά μαζεμένα σε έναν περιποιημένο χαμηλό κότσο. Το πρόσωπο της είχε την λάμψη της φροντίδας και στον λαιμό της τυλιγμένο ένα πολύχρωμο φουλάρι, δεμένο σε έναν προσεκτικό κόμπο, που όμοιο του δεν είχε δει ο Περικλής. Το μολύβι του ήταν εκεί, αλλά δεν το άγγιξε. Κοίταξε το πρόσωπο της. Την είπε Κατερίνα.
«Για το….» είπε και σταμάτησε.
Κοίταξε ξανά τον πίνακα, σα να περίμενε να της πει εκείνος τι έπρεπε να ζητήσει. Ο Περικλής της έδωσε λίγο χρόνο και ένα μικρό χαμόγελο. Μια ανεπαίσθητη γραμμή, μην την τρομάξει μα ούτε και να την βιάσει.
«Για το τελευταίο λεωφορείο για Ιωάννινα, ένα εισιτήριο, παρακαλώ».
Χαμήλωσε το βλέμμα ο Περικλής και με σύντομες, οικείες κινήσεις, συμπλήρωσε τα στοιχεία. Το βλέμμα της τώρα ήταν χαμηλωμένο κάτω από το ύψος του πάγκου και κράτησε στο χέρι της ένα μικρό δερμάτινο πορτοφόλι με χρυσό κούμπωμα. Όση ώρα ο ήχος της μηχανογράφησης γέμιζε τον χώρο ανάμεσα τους, ίσιωσε τον κόμπο στο φουλάρι της, ακούμπησε απαλά τον κότσο της και βεβαιώθηκε πως κρατούσε ακόμα το πορτοφόλι.
Ήταν έτοιμο και ατσαλάκωτο. Ο Περικλής κράτησε το εισιτήριο στα χέρια του και το κοίταξε αν και ήξερε πως δεν είχε κάνει λάθος. Άκουσε τον ήχο από το χρυσό κούμπωμα να ανοίγει και τα μεταλλικά νομίσματα να ακουμπάνε στο πλαστικό. Πέρασε τον αντίχειρα του πάνω από τη λέξη Ιωάννινα και με την ανεπαίσθητη γραμμή ακόμη στο στόμα το έβαλε κοντά στο χέρι της. Αυτή, χωρίς να το ακουμπήσει, έκλεισε το χρυσό κούμπωμα, χαμήλωσε το βλέμμα, ίσιωσε το φουλάρι της και έπειτα το σήκωσε απαλά, ξεκολλώντας την μία γωνία από τον πάγκο και ασφαλίζοντας το ανάμεσα στα δάχτυλά της. Ο ήχος της αναχώρησης από το ξέπνοο μεγάφωνο την τράβηξε μακριά από τον Περικλή. Φορούσε ένα μακρύ, μαύρο παλτό, ο κότσος της ήταν προσεκτικά τοποθετημένος στο ύψος του γιακά και το πολύχρωμο φουλάρι φαινόταν πιο έντονο όσο απομακρυνόταν.
Το τέλος της ημέρας στο μικρό, επαρχιακό ΚΤΕΛ ερχόταν όταν άλλαζαν ο ήχος και το φως στον σταθμό. Τα ξέπνοα μεγάφωνα σταματούσαν τις ανακοινώσεις και αντί για ομιλίες και βαλίτσες με ρόδες, άκουγε τα μεγάλα ψυγεία και τα ρολά που έπεφταν. Κάποιος έβαζε τα τραπέζια και τις καρέκλες στη σειρά και κάποιος άλλος στο βάθος κλείδωνε μία πόρτα που έτριζε. Ένα σφύριγμα συνόδευε μια σφουγγαρίστρα. Οι ασφάλειες που έπεφταν έσπρωχναν το χρόνο και τη μέρα να τελειώσει. Ένα-ένα τα λευκά φώτα έσβηναν και στο τέλος μόνο η μεγάλη πινακίδα ΚΤΕΛ και το γραφείο του Περικλή έμεναν φωτισμένα αφού είχαν φύγει όλοι. Ο Περικλής κατέβαζε το τζάμι στο γκισέ και το καθάριζε από μέσα. Ίσιωνε τα χαρτιά μηχανογράφησης και γέμιζε τους συνδετήρες στο πρώτο συρτάρι. Στοίχιζε τα μολύβια του πάνω στο γραφείο και δίπλα τους έβαζε φύλλα χαρτί. Τέλος, άνοιγε την παλιά, γυάλινη πόρτα με τη ξεθωριασμένη λέξη «ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ». Τότε ο Περικλής ήξερε πως ήταν ώρα.
Εκείνο το βράδυ, κατέβασε το τζάμι στο γκισέ και το καθάρισε από μέσα. Ίσιωσε τα χαρτιά της μηχανογράφησης και άνοιξε το πρώτο συρτάρι. Γέμισε το κουτί με συνδετήρες και το έκλεισε. Στοίχισε τα μολύβια του πάνω στο γραφείο και έβαλε δύο φύλλα χαρτί δίπλα τους. Η παλιά, γυάλινη πόρτα άνοιξε με θόρυβο και ο Περικλής έκατσε στην ξύλινη καρέκλα του, παίρνοντας στα χέρια του ένα καλοξυσμένο μολύβι και ένα κατάλευκο χαρτί. Συνήθως του έπαιρνε ένα με δύο λεπτά μέχρι να θυμηθεί όλα τα ονόματα. Έπειτα, με σταθερό χέρι, παρά την ορμή που ένιωθε, έγραφε χωρίς να σκεφτεί πια, χωρίς να γυρίσει πίσω. Μα εκείνο το βράδυ, έπιασε το μολύβι και το κοιτούσε για ώρα.
Χτύπησε την άκρη του πάνω στο γραφείο και άφησε τον συμπαγή του ήχο να γεμίσει τον χώρο. Πέρασε την παλάμη του πάνω από το λείο, άδειο χαρτί. Οι λέξεις ήταν εκεί.
«Αγαπητέ Ηλία και Μάριε..»
«…..πόσο χαρούμενη ήσουν Ελπίδα».
«..μην ανησυχείς για τίποτα Στέλιο, όλα θα περάσουν».
Άφησε το μολύβι και σηκώθηκε. Στο πίσω μέρος του δωματίου, η μεταλλική βιβλιοθήκη ήταν παραγεμισμένη με παλιά βιβλία και ντοσιέ. Έσκυψε και πήρε στα χέρια του το χάρτινο, καφέ κουτί. Το θυμόταν πιο βαρύ. Το ακούμπησε στο γραφείο του και ανοίγοντας το, τις είδε βαλμένες στη σειρά, όμοιες και σκονισμένες. Έχοντας καιρό να τις πιάσει στα χέρια του, πέρασε τα ακροδάχτυλά του πάνω από τις ξεθωριασμένες ετικέτες τους. Τα ονόματα ήταν αλφαβητικά από το Άλκηστης και τον Αλέξανδρο, ως τη Ζωή και τον Χάρη. Ο δείκτης του έφτασε το Κ και τράβηξε την Κατερίνα. Χαμήλωσε το βλέμμα, εντόπισε το παλιό μαγνητόφωνο μέσα στο κουτί και με προσοχή άνοιξε την παλιά κασέτα. Την εφάρμοσε στο πλαστικό πορτάκι που άνοιξε και έκλεισε με έναν ήχο που σχεδόν είχε ξεχάσει ο Περικλής. Πάτησε το play βάζοντας ακριβώς όση δύναμη χρειάζεται και έριξε το σώμα του πίσω στην καρέκλα, κλείνοντας τα μάτια.
Πολλές στιγμές αργότερα το μεγάλο φως στην ΕΙΣΟΔΟ έριχνε τη σκιά του πάνω στο λευκό μάρμαρο και τα κατεβασμένα ρολά του επαρχιακού ΚΤΕΛ δεν επέτρεπαν στους τυχαίους περαστικούς να δουν το αναμμένο φως στο γραφείο του Περικλή. Η κασέτα είχε τελειώσει και ο Περικλής γερμένος με κλειστά τα μάτια, ανέπνεε στην ησυχία, με μοναδικό περισπασμό τα ψυγεία στο βάθος. Έβγαλε την κασέτα και την έβαλε στο χάρτινο κουτί, αφού πρώτα έβγαλε όλη τη σκόνη από πάνω της. Πήρε το κουτί και το τοποθέτησε στο τελευταίο ράφι της μεταλλικής βιβλιοθήκης που ήταν παραγεμισμένη με βιβλία και ντοσιέ. Έπειτα κάθισε στο ξύλινο γραφείο του και πήρε το μολύβι στο χέρι.
«Κατερίνα, το πολύχρωμο φουλάρι θα σε κρατήσει ζεστή στο ταξίδι σου. Ξέρω πως είναι μακρύς ο δρόμος».

Σε έναν μικρό επαρχιακό σταθμό λεωφορείων, ο Περικλής γράφει όσα αφήνουν πίσω τους οι ταξιδιώτες.
αυτό ρίζωσε –
διάβασε το στον χρόνο σου















