Munsell (μια γκρι ιστορία)

Young woman in profile, eyes downcast, holding her shoulder; her hand is vividly painted in color against an otherwise grayscale, textured background.

Το ξέρω πως χάθηκα, αλλά όπως βλέπεις έχω λόγο.

Λίγο καιρό πριν έχασα το χρώμα μου. Εκεί που περπατούσα στο γνωστό δρόμο, αυτόν που παίρνω καθημερινά όταν φεύγω από το σπίτι, ξαφνικά κατάλαβα πως κάποιοι άρχισαν να με κοιτούν. Στην αρχή το πήρα πάνω μου. Φορούσα βλέπεις και εκείνο το μακρύ φόρεμα που πάντα λέγαμε πως αν φυσήξει δυνατός αέρας είναι τσάρτερ για Ιταλία. Κρυφοκοίταξα το είδωλο μου σε μια τζαμαρία . Όλα μου φάνηκαν φυσιολογικά. Όμως όσο ανηφόριζα το δρόμο, τόσο οι περαστικοί με κοιτούσαν. “Δε μπορεί να είμαι τόσο όμορφη”, σκέφτηκα. Έχω να κοιμηθώ δυο μερόνυχτα και τα μαλλιά μου είναι πιασμένα σε αυτόν τον ανεκδιήγητο κότσο που σε κάνει να γελάς όταν με βλέπεις. Σταμάτησα απότομα και αποφάσισα να μπω σε μία καφετέρια, να πάρω έναν καφέ και όσο περιμένω να πεταχτώ ως τον πλησιέστερο καθρέφτη. Με προσπέρασε μια γυναίκα, κοντά στα 40. Περπατούσε βιαστικά και έσερνε από το αριστερό χέρι ένα αγοράκι, θα’ ταν δε θα ‘ταν τριών χρονών. Και όπως περνούσε κάρφωσε τα μεγάλα μάτια του επάνω μου, κόλλησε το βλέμμα του και σήκωσε το χέρι του να δείξει…εμένα! Μόνο όταν ένιωσε το τράβηγμα του λαιμού του πια αβάσταχτο γύρισε μπροστά και συνέχισε την πορεία που του είχε χαράξει η μητέρα του.
“Αυτό ήταν”, σκέφτηκα. “Κάτι έχω επάνω μου, κάποια δυσμορφία, κάποιο εξόγκωμα, κάτι δεν είναι στη θέση του” και έσπευσα προς τον πρώτο διαθέσιμο καθρέφτη.

Στήθηκα μπροστά του και σάστισα. Ήμουν γκρι. Ναι γκρι, σαν τα σχέδια που ζωγραφίζαμε στις κενές πρώτες σελίδες των βιβλίων μας στο σχολείο. Τα μαλλιά μου ήταν γκρι, το πρόσωπο μου ήταν γκρι, τα μάτια μου και αυτά γκρι. Άνοιξα το στόμα μου και είδα δυο σειρές από γκρι δόντια. Σήκωσα τα χέρια μου και παρατήρησα το γκρι χρώμα να διατρέχει τα μακριά μου δάχτυλα, να διαγράφει τις γραμμές της παλάμης και να συνεχίζει στο μπράτσο μου ως εκεί που ξεκινούσε το μαύρο ύφασμα. Τσίμπησα το δέρμα μου και δεν είδα καμία αλλαγή. Ανασήκωσα το φόρεμα να φανούν τα γόνατα μου. Γκρι. Οι μηροί μου γκρι. Το κατέβασα βιαστικά. Δεν είχε νόημα να συνεχίσω. Είχα χάσει το χρώμα μου. Έκλεισα τα μάτια και πήρα βαθιά ανάσα. Κατά την εκπνοή τα άνοιξα για να δω αν ο αέρας που βγάζω είναι και αυτός γκρι. Δεν είχε κάποιο χρώμα. Τα πάντα γύρω μου ήταν φυσιολογικά. Ο καφέ ξύλινος καθρέφτης πάνω στα πράσινα πλακάκια, ο λευκός πορσελάνινος νιπτήρας, το πράσινο διακοσμητικό φυτό μέσα στην κεραμική γλάστρα, το ροζ κρεμοσάπουνο, ο μεταλλικός στεγνωτήρας. Ο κόσμος γύρω μου ήταν ακόμη χρωματιστός κάτι που ταυτόχρονα με έκανε να νιώθω ανακούφιση και ταραχή. Αν όλα ήταν ίδια, εγώ γιατί ήμουν διαφορετική;

Έβγαλα πρώτα το κεφάλι μου από την πόρτα της τουαλέτας και όταν βεβαιώθηκα πως η ουρά αναμονής στο ταμείο ήταν ανύπαρκτη άφησα την επί 40 λεπτά κρυψώνα μου. Ο καφές μου ήταν από ώρα έτοιμος, κρύος πάνω στον πάγκο. Ο υπάλληλος είχε γυρισμένη την πλάτη του, απασχολημένος να φτιάχνει την επόμενη παραγγελία και κουνιόταν ρυθμικά στο κομμάτι που έπαιζε δυνατά. Ψέλλισα ‘τι σας χρωστάω;” Δεν με άκουσε. Έβγαλα βιαστικά ένα 5ευρω και το άφησα στον πάγκο, άρπαξα τον καφέ και λίγο πριν περάσω την τζαμένια πόρτα τον άκουσα να με φωνάζει.
“Τα ρέστα σας!”
Δεν γύρισα για τα ρέστα αλλά για το χρώμα που είχε η φωνή του. Ακόμη και αυτή ήταν χρωματιστή!
Σάστισε. Με κοίταζε ακούνητος για περίπου 5 δευτερόλεπτα. Τον κοίταζα και εγώ μαρμαρωμένη. Την σιωπή και την σαστιμάρα έσπασε το χαμόγελο του. Μια μικρή ροζ ρωγμή που φανέρωσε μερικά ολόλευκα δόντια. Μου άπλωσε το χέρι και με προσκάλεσε χωρίς λόγια να πάρω τα ρέστα μου. Άπλωσα το γκρι χέρι μου και ακουμπώντας ανεπαίσθητα τα δάχτυλα του, έπιασα τα χρυσαφιά κέρματα. Του χάρισα ένα γκρι χαμόγελο και εξαφανίστηκα.

Στο δρόμο έσκυψα το κεφάλι, πέταξα τον κρύο καφέ στο πρώτο μαύρο καλάθι σκουπιδιών και έπιασα την τσάντα μου. Έβγαλα το πολύχρωμο πορτοφόλι μου, άνοιξα το φερμουάρ και έριξα τα κέρματα στην πρώτη θήκη. Όταν έβαλα το πορτοφόλι στη θέση του μου τράβηξε το μάτι κάτι περίεργο. Η αριστερή μου παλάμη είχε μια κηλίδα. Μια ροζ κηλίδα. Ακριβώς εκεί που με είχαν ακουμπήσει τα δάχτυλα του χαμογελαστού υπαλλήλου υπήρχε τώρα ένα ροζ αποτύπωμα. Το έτριψα αλλά δεν έφευγε. Έσφιξα το χέρι μου και άνοιξα το βήμα μου.

Έμεινα στο σπίτι μου σχεδόν δύο εβδομάδες. Πήρα άδεια, απέφυγα όλες τις προσκλήσεις με τη δικαιολογία πως έχω πολλή δουλειά και αποφάσισα να ξαναβγώ όταν βρω ξανά το χρώμα μου ή τι ήταν αυτό που είχα. Η ροζ κηλίδα έφυγε τις πρώτες δύο μέρες.

Η απρόσμενη επίσκεψη της σπιτονοικοκυράς μου ήταν η πρώτη επαφή με άνθρωπο μετά από καιρό. Μου χτύπησε το κουδούνι ένα πρωινό. Της απάντησα πίσω από την κλειστή πόρτα και την είδα από το ματάκι. Η λευκή επιδερμίδα της είχε τον ίδιο τόνο με τον καλοπιασμένο χαμηλό κότσο που στεκόταν στη βάση του λαιμού της. Ήταν χρόνια χήρα και τα μαύρα ρούχα την έκαναν να φαίνεται ακόμη πιο εύθραυστη. Η ανησυχία στο πρόσωπο της με έκανε να ανοίξω δειλά την πόρτα. Με κοίταζε πληγωμένη από αυτό που αντίκρυζε. “Πόσο έχεις αδυνατίσει παιδί μου”, μου είπε σα να μην έβλεπε το πραγματικό πρόβλημα. “Ανησυχώ πόσο καιρό αν είσαι καλά, έχω μέρες να ακούσω το τραγούδι σου κατεβαίνοντας την σκάλα” και έκλεισε το πρόσωπο μου στα γερασμένα χέρια της που μύριζαν φρέσκο λεμόνι. Με φίλησε στο μέτωπο. Την κοίταξα με ευγνωμοσύνη και όταν την αποχαιρέτισα μερικές στιγμές μετά το είδα. Έτρεξα στο μπάνιο να σιγουρευτώ. Είχα δίκιο. Τα μάγουλα μου και το μέτωπο μου ήταν πορτοκαλί. Ένα έντονο, φωτεινό πορτοκαλί ακριβώς εκεί που με ακούμπησε πριν λίγο η σπιτονοικοκυρά μου. Θυμήθηκα τη ροζ κηλίδα. Ακριβώς εκεί που με ακούμπησε ο χαμογελαστός υπάλληλος. Και τότε όλα απέκτησαν νόημα.

Η πρώτη μου επίσκεψη ήταν στην μάνα μου. Με έκλεισε στην αγκαλιά της για ώρα και άφησε το πράσινο αποτύπωμα της επάνω μου. Της αφηγήθηκα την ιστορία μου και αυτή κάθε τόσο χάιδευε τα πράσινα πλέον μαλλιά μου.
Τηλεφώνησα σε όσους αγνοούσα και απέφευγα τις τελευταίες βδομάδες. Η απορία και η έκπληξη έδιναν θέση στο ενδιαφέρον και στην συμπόνια. Μέσα σε λίγες ώρες ήμουν κίτρινη, καφέ, μοβ..ένα πολύχρωμο ουράνιο τόξο φτιαγμένη από τα συναισθήματα των φίλων μου.

Γύρισα στην ζωή μου λίγες μέρες μετά. Κατέβαινα την σκάλα τραγουδώντας και χτύπαγα το κουδούνι για να πω μια καλημέρα στην πορτοκαλί σπιτονοικοκυρά μου. Χαιρέταγα τον καφέ περιπτερά μου και αγόραζα την πρωινή εφημερίδα. Ανηφόριζα τον γνωστό δρόμο και χαμογελούσα στους περαστικούς που με κοιτούσαν σαστισμένοι. Κάθε μέρα έπαιρνα τον καφέ μου από τον πράσινο υπάλληλο με το ροζ χαμόγελο. Πέρναγα τις ώρες μου στη δουλειά παρατηρώντας τους συναδέλφους μου να αλλάζουν χρώματα σχεδόν καθημερινά. Κάθε βράδυ γύριζα στο σπίτι και παρατηρούσα για ώρες ποια χρώματα ξεθώριαζαν πιο γρήγορα και ποια ήταν αυτά που είχαν διάρκεια.

Ήταν ένα από αυτά τα φωτεινά καλοκαιρινά μεσημέρια όταν καθισμένη κάτω από την σκιά ενός καταπράσινου δέντρου άρχισα να γίνομαι μπλε. Έψαξα με το βλέμμα μου και τον είδα λίγο πιο κει να με κοιτάζει. Μου χαμογέλασε και χρειάστηκαν μόνο λίγες στιγμές αυτοπεποίθησης για να βρεθεί δίπλα μου. Δεν τον ξαναείδα από τότε, αλλά μήνες μετά υπάρχουν ακόμη μπλε σημάδια επάνω μου.

Πριν λίγο καιρό έχασα το χρώμα μου. Τραγικό θα σκεφτείς. Κάποτε είχα μόνο ένα χρώμα.

Young woman in profile, eyes downcast, holding her shoulder; her hand is vividly painted in color against an otherwise grayscale, textured background.

Μια γυναίκα χάθηκε στο γκρι και έμαθε πως το χρώμα δεν ανήκει στο δέρμα, αλλά στα χέρια που τολμούν να το αγγίξουν.

αυτό ρίζωσε –
διάβασε το στον χρόνο σου.

Discover more from rizesmou

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading