Inch Beach

Close-up of two hands clasped together, rendered in a textured graphite drawing style against a soft, abstract background.

Την ημέρα που ο Νίκος γνώρισε την Ελένη έβρεχε. Καθόλου βολικό αν σκεφτεί κανείς πως φορούσε το αγαπημένο του καρό πουκάμισο, είχε χτενίσει τα μαλλιά του προς τα πίσω και είχε φορέσει τα μαύρα, πάνινα αθλητικά του. Βγήκε από το σπίτι αναπνέοντας έναν φθινοπωρινό αέρα αισιοδοξίας, περπάτησε τρία τετράγωνα για να πάρει τον αγαπημένο του καφέ από το αγαπημένο του στέκι ακούγοντας την αγαπημένη του μουσική στα ακουστικά. Στον δρόμο χαιρέτησε την κυρία Ελπίδα στο ψιλικατζίδικο, την κυρία Χαρά στο βιβλιοπωλείο, τον κύριο Παναγιώτη στο χρωματοπωλείο και την κυρία Τασία στο κομμωτήριο της γειτονιάς του. Διέσχισε την λεωφόρο με γρήγορο αλλά αποφασιστικό βήμα όταν άλλαξε το φανάρι, χαμογέλασε στην οδηγό που σταμάτησε για να του δώσει προτεραιότητα στη διάβαση πεζών δυο δρόμους παρακάτω και αισθάνθηκε σαν σταρ του σινεμά όταν τον προσπέρασαν κρυφογελώντας δύο έφηβα κορίτσια. Και ύστερα ήρθε η βροχή.

Ο Νίκος βρήκε καταφύγιο κάτω από την ανοιχτή τέντα ενός πολύχρωμου μαγαζιού. Δεν του τράβηξε την προσοχή όμως το χαρούμενο εμπόρευμα της βιτρίνας αλλά τα μακριά μαλλιά της Ελένης μέσα σε αυτό. Ο τρόπος που οι τούφες ξεχώριζαν πάνω στο μαύρο πανωφόρι της και κινούνταν ελαφρά όταν έγερνε το κεφάλι της. Το δεξί της χέρι όταν σηκώθηκε να αγγίξει ένα παλιό ανθοδοχείο στο ράφι αλλά σταμάτησε λίγο πριν το ακουμπήσει και έμεινε μετέωρο μπροστά του. Το χαμόγελο της όταν πλησίασε ο πωλητής και της είπε κάτι που ο Νίκος δεν άκουσε. Τον τρόπο που τον κοίταζε με προσοχή όσο αυτός μιλούσε. Το περπάτημα της όταν βγήκε από το μαγαζί και στάθηκε δίπλα του, κάτω από την ανοιχτή τέντα. Τον τρόπο που δάγκωσε ελαφρά το κάτω χείλος της όταν σήκωσε το κεφάλι να δει τον ουρανό και την βροχή και τα μεγάλα μάτια της που τον κοίταξαν χαμογελαστά. Της χαμογέλασε αγχωμένα, πέρασε το χέρι του μέσα από τα βρεγμένα του μαλλιά, ίσιωσε το καρό πουκάμισο του και έψαξε μέσα του να βρει την πιο έξυπνη ατάκα για τον καιρό που είχε ειπωθεί στην ιστορία της ψιλοκουβέντας.

Την ημέρα που ο Νίκος μετακόμισε στο ίδιο σπίτι με την Ελένη ο αέρας φυσούσε σα λυσσασμένος. Καθόλου βολικό αν σκεφτεί κανείς τις αμέτρητες κούτες που έπρεπε να κουβαλήσει, κόντρα στον άνεμο. Το μικρό δυαράκι στον 4ο όροφο βρισκόταν στο τέλος μιας μεγάλης ανηφόρας που ο Νίκος δίστασε να ανέβει την πρώτη φορά που την είδε. Η Ελένη του υποσχέθηκε πως σε λίγο καιρό θα το συνήθιζε. Την πίστεψε. Ο Νίκος πίστευε ό,τι του έλεγε η Ελένη. Έσφιγγε τα δόντια και φόρτωνε στο ασανσέρ κούτες με βιβλία, κατσαρόλες και ρούχα χωρίς να μπορεί να σταματήσει να κοιτάζει την Ελένη. Την Ελένη και τον τρόπο που χόρευε ανάμεσα στο τακτοποιημένο χάος του σπιτιού τους. Το ιδρωμένο πρόσωπο της που γυάλιζε από κούραση και τα φιλιά που του έστελνε κάθε φορά που τον έπιανε να την κοιτάζει. Τον τρόπο που έβγαζε την γλώσσα στην δεξιά γωνία του στόματος της όταν δυσκολευόταν και την μικρή κραυγή νίκης όταν τα κατάφερνε.

Την ημέρα που ο Νίκος παντρεύτηκε την Ελένη ο υδράργυρος πλησίαζε τους 37 βαθμούς. Καθόλου βολικό αν σκεφτεί κανείς το μαύρο κοστούμι και τα στενά, αφόρετα, μαύρα παπούτσια του. Στο ιδρωμένο χέρι του η ανθοδέσμη ήταν πλέον δυσβάσταχτη και η μητέρα του σκούπιζε τις σταγόνες ιδρώτα από το μέτωπο του ανά δύο λεπτά. Και τι δε θα έδινε για μια παγωμένη μπύρα. Η Ελένη έφτασε λίγες στιγμές μετά, τον απάλλαξε από την ανθοδέσμη που του ζέσταινε τα χέρια, τον φίλησε τρυφερά στο στόμα και του ψιθύρισε στο αυτί λίγο πριν περάσουν την πόρτα της εκκλησίας, “σε λίγο όλα θα τελειώσουν και θα πίνουμε μπύρες”. Ο Νίκος ένιωσε την δροσιά που έφερε μαζί της, έπιασε το απαλό χέρι της και στάθηκε δίπλα της ακούγοντας λόγια που δεν καταλάβαινε αλλά ξέροντας πως όλα έβγαζαν νόημα με την Ελένη δίπλα του.

Την ημέρα που ο Νίκος περίμενε να καλωσορίσει το πρώτο του παιδί, το κρύο ήταν τσουχτερό. Καθόλου βολικό αν σκεφτεί κανείς την μικρή, κρύα αίθουσα αναμονής που ο Νίκος πέρασε 5 ατελείωτες ώρες. Το πακέτο τσιγάρα ήταν πάνω στο τραπεζάκι, μαζί με τα φυλλάδια για τις οδηγίες θηλασμού, το πρώτο σαρανταήμερο του μωρού και την επιλόχειο κατάθλιψη. Ο Νίκος μπήκε στον πειρασμό να ανοίξει ένα παράθυρο και να τα καπνίσει το ένα πίσω από το άλλο, αλλά φοβήθηκε μήπως τον πιάσουν και τον πετάξουν έξω και δεν μπορέσει να είναι εκεί για την Ελένη. Για την Ελένη που του έκλεισε το μάτι θαρραλέα πριν την πάρουν στην αίθουσα τοκετού και σχημάτισε τη λέξη ‘Σ’αγαπώ” λίγο πριν κλείσουν οι πόρτες πίσω της. Για την Ελένη που του έδινε θάρρος μέσα στο αυτοκίνητο και του έσφιγγε το χέρι πάνω στις ταχύτητες, λέγοντας του πως όλα θα πάνε καλά. Για την Ελένη που έκλαψε στην αγκαλιά του και τον έσφιγγε από φόβο μήπως χάσει και αυτόν.

Την ημέρα που ο Νίκος έκλεισε την πόρτα του δωματίου τους και άφησε την Ελένη να ξεκουραστεί, το χιόνι έπεφτε βαρύ. Καθόλου βολικό αν σκεφτεί κανείς την ανάγκη του να δει τον ήλιο που είχε μέρες να αντικρύσει μέσα και έξω από το σπίτι. Κάθισε στα σκοτεινά και άκουσε την ησυχία για πρώτη φορά. Έμεινε εκεί για βδομάδες, ξεχνώντας μερικές φορές ακόμη και τον ήχο της φωνής της. Άνοιγε την πόρτα κάθε τόσο, αλλά στο σκοτάδι δεν μπορούσε πλέον να την διακρίνει. Της έπιανε το χέρι, της ετοίμαζε τα αγαπημένα της φαγητά, της διάβαζε τα νέα από τον κόσμο, την σήκωνε να περπατάει, την κρατούσε όρθια όσο έπλενε το πρόσωπο της, της χτένιζε τα μαλλιά και της έλεγε πόσο όμορφη είναι. Το πρώτο της χαμόγελο ήρθε απροσδόκητα, αθόρυβα, Την βρήκε όρθια στην μέση της μικρής κουζίνας και μέσα στην ησυχία τον αγκάλιασε, ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του και οι δυο τους χόρεψαν ενωμένοι, παραδομένοι ο ένας στον άλλον, ένα τραγούδι που μόνο αυτοί άκουγαν.

Ο καιρός ήταν ανοιξιάτικος την ημέρα που ο Νίκος και η Ελένη περπατούσαν κατά μήκος της θάλασσας. Τα ελαφριά τους βήματα άφηναν ανεπαίσθητα σημάδια στην ψιλή άμμο και τα πιασμένα τους χέρια βαθιά σημάδια μέσα τους. Δεν μιλούσαν. Ο αέρας που φυσούσε θα έπαιρνε τις λέξεις μακριά έτσι και αλλιώς. Η Ελένη σήκωνε το πρόσωπο της προς τον ήλιο και κλείνοντας τα μάτια σχημάτιζε ένα χαμόγελο που μόνο εκείνη η στιγμή θα μπορούσε να της προσφέρει. Ο Νίκος την κοιτούσε κάθε τόσο. Σε μια ζωή γεμάτη άβολες στιγμές, τα μακριά της μαλλιά, ο τρόπος που δάγκωνε το κάτω χείλος της όταν κοίταζε τον ουρανό, οι μικρές κραυγές νίκης κάθε φορά που κατάφερνε κάτι, το χέρι της πάνω στο δικό του στις ταχύτητες του αυτοκινήτου, οι ματιές που του έκανε όταν τον κοίταζε από απέναντι, ο τρόπος που ακουμπούσε το κεφάλι της στην αγκαλιά του και το ένα και μοναδικό τραγούδι που χόρευαν αργά στην μέση της μικρής τους κουζίνας, του έδιναν την δύναμη να τις ξεπερνάει.

Δεν υπήρχε τίποτα άβολο σε αυτή την αγάπη.

Close-up of two hands clasped together, rendered in a textured graphite drawing style against a soft, abstract background.

Γνωρίστηκαν στη βροχή και έμαθαν πως η αγάπη είναι απλώς το θάρρος να μένεις μέσα σε κάθε είδους καιρό.

αυτό ρίζωσε –
διάβασε το στον χρόνο σου

Discover more from rizesmou

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading