Γη

Close-up of a weathered hand pressing into soil, rendered in a textured oil-painting style with earthy tones and visible brushstrokes.

Για τον Δημήτρη Καραναστάση.
1913 – 2006

Απλώνει το χέρι και το παγωμένο μέταλλο της σιδερένιας πόρτας στέλνει στην καρδιά του κύματα ηλεκτρισμού. Η πόρτα ανοίγει με ευκολία αλλά όλοι κοντοστέκονται για λίγες στιγμές. Να προχωρήσουν κιοτεύουν, μα και να μείνουν ακίνητοι δεν μπορούν. Η καμπάνα του εσπερινού είχε χτυπήσει πριν καν μπουν στο χωριό και τώρα με το ζόρι φαίνονταν οι καπνοί από τις σόμπες των σπιτιών στο βάθος. Προχώρησαν στο χορταριασμένο μονοπάτι. Δεξιά και αριστερά μαρμάρινοι σταυροί και μνήματα, σημαδούρες των ζωών που έφυγαν. Έσφιξε τα λουριά του σάκου, ένιωσε την ανάσα του να κόβεται αλλά δεν ελάττωσε το βήμα του. Με δυο δρασκελιές βγήκε μπροστά για να πιάσει την αναπνοή του και μην τον δουν οι άλλοι να φοβάται. Συνηθισμένα τα αυτιά στην φασαρία, ψάχνανε σημάδια ζωής, λαλιά ανθρώπινη να ακουστεί. Μα μοναχά των δέντρων η βοή και του αέρα η λύσσα τους είχε περικυκλώσει. Οι άνθρωποι ήταν μακριά, τυλιγμένοι στου σκοταδιού την λύτρωση, δεν ξέραν τι κατέβασε η πλαγιά.

Κολάτσισαν σ’ ένα απάγγι, πίσω από την εκκλησιά του Άη Ταξιάρχη, αλλά το κρύο στέγνωνε το σάλιο και η μπουκιά δεν κατέβαινε. Η γαλέτα είχε πάρει και αυτή την μυρωδιά του δρόμου και της κούρασης, αλλά ήταν το μόνο πράγμα που τους κρατούσε όρθιους και έδινε στα πόδια τους κουράγιο να συνεχίσουν.

Ακούμπησαν στον κρύο τοίχο και ευχήθηκαν για ένα ζευγάρι κάλτσες στεγνές.
Μια τσανάκα γάλα και λίγο ζεστή φασολάδα.
Την πυροστιά του σπιτιού, την προβιά στον τοίχο και την μάλλινη φανέλα  τους.
Ευχήθηκε να ξαναδεί το χωριό του και το κοίταγμα της γυναίκας του.
Έστριψαν τσιγάρο, το μοίρασαν και τραγούδησαν σιγανά, με σκυμμένο το κεφάλι μην και ενοχλήσουν την ησυχία. Τους άφησε να τραγουδούν και άπλωσε την πατατούκα του στο φρεσκοανακατεμένο χώμα. Μόνο ένας ξύλινος σταυρός υπήρχε την κορυφή του χαμηλού μνήματος. Το σιαξε λίγο να φύγουν οι πέτρες, έβαλε τον σάκο για μαξιλάρι, έκανε τον σταυρό του και ξάπλωσε. Λίγο πριν κλείσει τα μάτια του σκέφτηκε το άψυχο κορμί που βρίσκοταν από κάτω του, και το ευχαρίστησε για την ζέστη που τον κράταγε ζωντανό ακόμα μία βραδιά.

αυτό ρίζωσε –
διάβασε το στον χρόνο σου

Discover more from rizesmou

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading