Φάνης

Man in profile holding a bright green apple, rendered in a muted, textured oil-painting style against a soft neutral background.

Ο Φάνης άνοιξε την πόρτα του σπιτιού του στις 10:15 ακριβώς. Γύρισε το κλειδί δύο φορές δεξιά, δύο αριστερά και στο τέλος τρεις δεξιά. Διέσχισε τον σκοτεινό διάδρομο της πολυκατοικίας και βρέθηκε μπροστά στο ασανσέρ σε ακριβώς 11 βήματα. Πάτησε το κουμπί και άρχισε πάλι να μετράει άηχα κρατώντας σφιχτά τη δεξιά τσέπη του μπουφάν του. Το γουργούρισμα της μηχανής σταμάτησε μπροστά του σε 7 δευτερόλεπτα, κάτι που του άρεσε και τον έκανε να αποφασίσει να περάσει από τον πέμπτο όροφο σήμερα. Το ασανσέρ ανέβηκε και κατέβηκε αργά και ο Φάνης είχε καρφωμένο το βλέμμα του στην εναλλαγή του τσιμέντου και της μπεζ πόρτας του ασανσέρ με τα βρώμικα και ραγισμένα, μακρόστενα τζαμάκια.

Ο Φάνης δεν παρατηρούσε τα καιρικά φαινόμενα. Βγαίνοντας από την πολυκατοικία δεν του έκανε καμία εντύπωση η εκτυφλωτική ηλιοφάνεια που σε προσκαλούσε να ανοίξεις τα χέρια και να ρουφήξεις λαίμαργα και την τελευταία αχτίδα του ήλιου. Έβαλε το δεξί του χέρι στην τσέπη και άρχισε να ανεβαίνει τον δρόμο που θα τον οδηγούσε στην στάση του λεωφορείου. Το αριστερό πεζοδρόμιο είχε λιγότερα δέντρα και ο Ηλίας με τα χρώματα και τα σιδηρικά δεν άπλωνε την πραμάτεια του μέχρι έξω όπως έκανε ο μανάβης στο δεξί. O Φάνης προτιμούσε αυτό το μονοπάτι. Μόνο τους ζητιάνους δεν μπορούσε να προβλέψει, γι αυτό όταν εντόπιζε κάποιον από μακριά έκανε δυο βήματα δεξιά για να τους αποφύγει.

Όταν έφτασε στη διάβαση το φανάρι ήταν κόκκινο. Κοίταξε απέναντι και τον είδε. Του ανταπέδωσε το βλέμμα και σήκωσε το δοξάρι του ξεκινώντας την “Καταιγίδα” του Βιβάλντι. Το φανάρι άναψε πράσινο. Λίγα βήματα αργότερα ο Φάνης σταμάτησε στη μέση της διάβασης. Ήταν το αγαπημένο του σημείο. Έσφιξε το χέρι στη δεξιά του τσέπη και τέντωσε τα αυτιά για να ακούσει τον λεπτό χειρισμό του βιολιού καθώς άλλαζε κλίμακα και ετοιμαζόταν να φτάσει σε κρεσέντο προτού βυθιστεί πάλι στην άβυσσο του σολ. Η πλάτη του ταρακουνήθηκε άγρια και ο βιολιστής σταμάτησε απότομα. Γύρισε και τον κοίταξε με περιφρόνηση και ο Φάνης ντροπιασμένος σήκωσε το κεφάλι και είδε έναν άγριο νέο να τον προσπερνάει τρέχοντας.

“Καθυστερημένος είσαι ρε φίλε; Προχώρα.”

Το αμάξι ήταν μόλις δυο βήματα μακριά του, και ο οδηγός εναλλάσσοντας το γκάζι με το φρένο τον κοίταζε ερεθισμένος με την σκέψη να τον πατήσει και μαζί με τον Φάνη να εκδικηθεί όλους αυτούς που κάθε μέρα τον κρατούσαν κολλημένο στην κίνηση και τον ανάγκαζαν να χάνει ώρες από την ζωή του.

Ο Φάνης αναγκάστηκε να τρέξει. Δεν έτρεχε ποτέ, δεν μπορούσε να μετρήσει εύκολα τα βήματα έτσι. Έφτασε στην στάση ξέπνοος 2 λεπτά νωρίτερα. Στάθηκε όρθιος πίσω από μία γυναίκα με μακριά μαλλιά. Ακίνητος, έπιασε τον εαυτό του να γέρνει προς το μέρος της ανεπαίσθητα για να μυρίσει. Τον Φάνη δεν τον ενδιέφεραν οι γυναίκες. Μόνο οι μυρωδιές. Αυτή μύριζε κάπως έντονα. Ένα μείγμα από εσπεριδοειδή και κανέλα. Έτσι μύριζε και η μητέρα του όταν ήταν στην κουζίνα.

Είδε τα χέρια της να πλένουν ένα μεγάλο πράσινο μήλο. Ένιωσε το χέρι της να περνάει μέσα από τα μαλλιά του καθώς του χάιδευε το κεφάλι. Ήταν 9 χρονών και καθισμένος στο μικρό στρογγυλό τραπέζι της κουζίνας την κοίταζε να μαγειρεύει. Κράτησε σφιχτά το μήλο στο δεξί του χέρι και την είδε που του χαμογελούσε.

Το λεωφορείο είχε κόσμο. Αναγκάστηκε να στριμωχτεί στην μέση. Η συνηθισμένη θέση του ήταν πιασμένη από έναν άντρα περίπου στα σαράντα. Είχε απλώσει αυτάρεσκα ένα καφέ χαρτοφύλακα πάνω στην ποδιά του και μίλαγε με ακουστικά στο τηλέφωνο. Η ζώνη του ταίριαζε με τα παπούτσια του, το ριγέ πουλοβεράκι με το παντελόνι. Το πρόσωπο του ήταν ροδαλό μέχρι εκεί που ξεκινούσε ένα καλοπεριποιημένο γένι. Ο Φάνης είδε την αντανάκλαση του προσώπου του στο τζάμι. Μόνο οι μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια ξεχώριζαν. Δεν τον ενδιέφερε η εμφάνιση. Μόνο η υγεία του. Έσφιξε το περιεχόμενο της τσέπης του και αφέθηκε στο λίκνισμα του παλιού λεωφορείου.

Την είδε πάλι. Καθισμένη μπροστά από ένα παλιό, βαρύ γραφείο με σκαλίσματα στα πόδια. Τα μακριά μαύρα μαλλιά της ήταν πιασμένα σε έναν χαμηλό κότσο. Άκουγε αυτά που της έλεγε ο γερασμένος κύριος πίσω από το γραφείο και κάθε τόσο γύριζε και τον κοίταζε για να βεβαιωθεί πως είναι καλά και πως δεν ακούει τίποτα από αυτά που λένε. Η όψη της είναι κουρασμένη και υπάρχουν μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια της. Του χαμογελάει κάθε φορά που τον κοιτάζει. Ο Φάνης είναι 10 χρονών. Κάθεται ακίνητος σε έναν καφέ, δερμάτινο καναπέ και κοιτάζει το παράθυρο απέναντι του. Μετράει άηχα και στο δεξί του χέρι κρατάει σφιχτά ένα πράσινο μήλο.

Ο Φάνης κατέβηκε από το λεωφορείο 17 λεπτά αργότερα. Το κοίταζε να απομακρύνεται και στη συνέχεια προχώρησε προς το κτίριο που βρισκόταν μπροστά του. Πέρασε την γυάλινη πόρτα και τα μάτια του αμέσως σκοτείνιασαν. Στάθηκε μέχρι να προσαρμοστεί η όραση του. Ήξερε τον δρόμο απ’έξω. Δεν χρειάστηκε να χαιρετήσει κανέναν, να ρωτήσει κανέναν. Σε 22 βήματα βρέθηκε μπροστά στο ασανσέρ. Πάτησε το κουμπί και άρχισε να μετράει άηχα. 14 δευτερόλεπτα αργότερα σταμάτησε μπροστά του το γουργούρισμα της μηχανής. Πάτησε το κουμπί για τον τέταρτο όροφο και άρχισε να ανεβαίνει αργά. Ο βιολιστής τον είχε συγχωρήσει και άρχισε να παίζει δίπλα του αργά μια μονωδία του Μπαχ. Όταν άνοιξαν οι πόρτες ο Φάνης έκανε δεξιά, δεξιά και αμέσως αριστερά. Εκεί ήταν το τέλος της διαδρομής. Ακριβώς 67 βήματα μακριά.

Η πόρτα ήταν κλειστή και από μέσα άκουγε το βουητό της τηλεόρασης που έπαιζε χαμηλόφωνα. Ο Φάνης κοντοστάθηκε.

Τον είδε να διασχίζει την στενή πόρτα του σπιτιού του. Είναι ψηλός και τα παντελόνια πάντα του πέφτουν κοντά. Ο Φάνης ξέρει που πηγαίνει ανάλογα με τις κάλτσες που φοράει. Κάθε Σάββατο πρωί φοράει τις λεπτές, καφέ κάλτσες με τους λευκούς ρόμβους στο τελείωμα. Περνάει πρώτα από το καφενείο και ύστερα φορτώνει τα ψώνια της εβδομάδας και γυρίζει στο σπίτι. Μυρίζει ελληνικό καφέ και λουκούμι και κρατάει άσπρες, μπλε και κίτρινες σακούλες. Μόνο μία ενδιαφέρει τον Φάνη. Είναι πάντα η μεγαλύτερη.

Ο Φάνης άνοιξε την πόρτα του δωματίου με τον αριθμό 412 και όλα έμειναν ίδια. Μια μυρωδιά από κάτι χαλασμένο του γέμισε τα ρουθούνια. Η φωνή δεν χαμήλωσε, το σεντόνι δεν μετακινήθηκε, τα παράθυρα δεν άνοιξαν. Πλησίασε το κρεββάτι και κοίταξε τον πατέρα του ασάλευτο, με ανοιχτά μάτια να κοιτάζει αλλά να μην βλέπει. Έσφιξε το περιεχόμενο της τσέπης του. Τον άκουσε στο βάθος του μυαλού το.

“Έλα ρε μπαγάσα, πάρτα. Μην τα φας όλα σήμερα. Είπαμε, ένα μήλο την ημέρα τον γιατρό τον κάνει πέρα.”

Ο Φάνης έβγαλε το χέρι από την δεξιά τσέπη του και άφησε στα πόδια του πατέρα του ένα μεγάλο πράσινο μήλο. Κάθισε στην μεταλλική καρέκλα δίπλα στο κρεββάτι, άρχισε να μετράει άηχα και κοίταξε τον βιολιστή στη γωνία του δωματίου. Εκείνος σήκωσε το δοξάρι του και μια σονάτα του Ταρτίνι γέμισε το σκοτεινό δωμάτιο του νοσοκομείου. Ο Φάνης σταμάτησε το μέτρημα και έκλεισε τα μάτια.

Man in profile holding a bright green apple, rendered in a muted, textured oil-painting style against a soft neutral background.

Ένας άντρας που μετρά τα πάντα εκτός από τη θλίψη του κρατά ένα πράσινο μήλο καθώς διασχίζει την πόλη, επιστρέφοντας κάθε εβδομάδα σε ένα δωμάτιο όπου τίποτα δεν αλλάζει.

αυτό ρίζωσε –
διάβασε το στον χρόνο σου

Discover more from rizesmou

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading