6th floor

Group of men in suits standing and crouching in a snowy park, holding snowballs as snow falls around them, rendered in a textured oil-painting style.

Παλαιολόγου Ι. Ανάργυρος – Δικηγόρος. 6ος όροφος.

“Πολύ αστείο πατέρα” μουρμούρισα, έστριψα τσιγάρο και κάθισα στα σκαλιά της εισόδου.

Κλείνω τα μάτια. Η πόρτα είναι μικρή και στενή, ίσα που χωράει έναν μεγαλόσωμο άνθρωπο. Μπαίνοντας αντικρίζω στον καθρέφτη το είδωλο μου και πατάω το κουμπί με το νούμερο 6. Στα επόμενα τρία δευτερόλεπτα οι εσωτερικές πόρτες έχουν κλείσει και η μηχανή παίρνει μπρος. Στην στιγμή νιώθω στα πόδια μου την ώθηση που με ανεβάζει προς τα πάνω. Δεν υπάρχει τίποτα ενδιαφέρον να μου τραβήξει την προσοχή, το είδωλο μου είναι η μόνη παρέα. Το χρώμα που φοράω με χλωμαίνει, αλλά ίσως να φταίει και το λευκό φως που διαγράφει όλα αυτά που δε μπορώ να κρύψω. Ο τοίχος καταπίνει τις σιδερένιες πόρτες καθώς ανεβαίνουμε και διέκρινα τον αριθμό 4 λίγο πριν εξαφανιστεί. “Λίγο ακόμα” και πήρα βαθιά ανάσα. Μετακίνησα την τούφα που σκέπαζε το αριστερό μου μάτι και παρατήρησα τον αντικατοπτρισμό των χεριών μου. “Λίγο ακόμα και τελειώνει” και έβαλα την τούφα πίσω από το αυτί μου όσο η μηχανή έκανε έναν διαφορετικό ήχο και σταμάτησε τόσο απότομα που αναπήδησα. Μισή πόρτα μισός τοίχος και τον αριθμό 6. Αυτό έβλεπα πίσω μου από τον καθρέφτη.

Ανοίγω τα μάτια, πετάω το τσιγάρο, σηκώνομαι από τα σκαλιά και μπαίνω στην πολυκατοικία με τις καφέ πόρτες, το σιδερένιο ασανσέρ και τις μαρμάρινες σκάλες που με οδηγούν έξω από την πόρτα του «Παλαιολόγου Ι. Ανάργυρος – Δικηγόρος» στον 6ο όροφο.

Το μικρό γραφείο είναι λουσμένο στον ήλιο. Ένα παράθυρο που κοιτάζει την ανατολή, γυμνό, με καθαρά τζάμια και ανοιχτά παντζούρια. Δύο δερμάτινοι καναπέδες, καφέ, αντικριστά στο μακρόστενο σαλονάκι υποδοχής. Ένα τραπέζι ξύλινο, με μαρμάρινη επιφάνεια, επαγγελματικές κάρτες και ένα βάζο με απρίληδες. Φρέσκους, δροσερούς, μωβ. Ένας καλόγερος ξύλινος, καφέ, άδειος. Τα προσπερνάω όλα και μπαίνω στο γραφείο με τη μυρωδιά του απρίλη και τις χούφτες σφιχτές.

Ο Παλαιολόγου Ι. ΑνάργυροςΔικηγόρος είναι κοντά στα 70, με ξεθωριασμένα χρώματα μιας περασμένης ζωής. Φοράει καφέ κοστούμι, μπεζ πουκάμισο, καφέ γραβάτα και όταν μιλάει το αριστερό του χείλος σηκώνεται ελαφρά. Στερεώνει στην πλατιά του μύτη ένα ζευγάρι καθαρά γυαλιά και με κοιτάζει πάνω από αυτά όταν μου δίνει το χέρι του και μου δείχνει που να κάτσω. Είναι μια καρέκλα ξύλινη, με κόκκινο βελούδο και φθαρμένα μπράτσα. Η απόσταση της καρέκλας από το γραφείο είναι μικρή, τα πόδια μου στριμώχνονται, η καρέκλα είναι βαριά, το χαλί στα πόδια μου παχύ, οι χούφτες μου σφιχτές και ο απρίλης δε μυρίζει εδώ μέσα. Η ώθηση του σώματος μου αφήνει την καρέκλα αμετακίνητη πάνω στο χαλί, κάτω από το βαρύ μου σώμα και τη βαριά μου καρδιά. Την μετακινώ με τα χέρια. Κάθομαι. Κοιτάζω το γραφείο του, τα τακτοποιημένα δερμάτινα βιβλία πίσω του και τα ανακατεμένα χαρτιά μπροστά του. Οι τυπικές, αναγνωριστικές κουβέντες τελειώσαν και από το δεξί συρτάρι του επιβλητικού γραφείου βγήκε η τελευταία σου επιθυμία για εμένα.

Ο Παλαιολόγου Ι. Ανάργυρος έβαλε και τα δυο του χέρια μέσα στο βαθύ συρτάρι και για μία στιγμή κράτησα την ανάσα μου. Σηκώθηκε με άνεση και τοποθέτησε μπροστά μου ένα μικρό, ξύλινο, τετράγωνο κουτάκι με ένα σκαλισμένο τριαντάφυλλο στο καπάκι και έναν λευκό, ορθογώνιο φάκελο. Τα κοίταξα αμίλητη. Δεν είχα απορίες. Μόνο ένα σφίξιμο στο στομάχι που ανέβαινε στην καρδιά και μου έφραζε το λαιμό. Έστρεψα το βλέμμα μου πάνω του για ώρα. Όταν έφυγες μου στέρησες το να είμαι το παιδί κάποιου και να τον κοιτάζω περιμένοντας να μου πει τι να κάνω.

Πήρα το ξύλινο κουτάκι στο αριστερό μου χέρι, τον φάκελο στο δεξί και βγήκα από το γραφείο. Ανέπνευσα μια ακόμη φορά τη μυρωδιά των απρίληδων, προσπέρασα το σιδερένιο ασανσέρ και κατέβηκα την μαρμάρινη σκάλα. Σε κάθε όροφο το περιεχόμενου του κουτιού, του φακέλου και η καρδιά μου γίνονταν πιο βαριά. Σκέφτηκα τον δρόμο, τη φασαρία, το λεωφορείο που με έφερε εδώ, την κίνηση, τις φωνές, τη ζέστη, την ώρα και σταμάτησα. Στο τέλος του 3ου ορόφου, στο τελευταίο σκαλί της μαρμάρινης σκάλας κάθισα και άνοιξα τον λευκό φάκελο.

“Δεν επέλεξες να είμαι ο πατέρας σου. Εγώ επέλεξα να γίνω πατέρας όταν όλα έδειχναν πως είμαι έτοιμος. Η ηλικία μου, η μητέρα σου και εκείνο το μικρό διαμέρισμα στην Κυψέλη που αγοράστηκε για να κάνουμε οικογένεια. Όταν σε φέρανε στα χέρια μου ήσουν μελανή, γεμάτη μαλλιά και κουνούσες τα χέρια σου συνεχώς. Σε κράτησα μη ξέροντας τι να σε κάνω και κοίταξα τη νοσοκόμα που περίμενε να δει την ευτυχία στο πρόσωπο μου. Σου χαμογέλασα και τότε το ένιωσα. Στο μέτωπο μου, απ’ άκρη σ’άκρη την ένιωσα να σκίζει το δέρμα μου. Δε μπορούσα να τη δω, να την πιάσω-είχα εσένα στα χέρια- αλλά ήξερα ότι ήταν εκεί.

Μεγαλώνοντας έπαιρνες το πρόσωπο μου στα χέρια σου και πέρναγες τα μικρά δαχτυλάκια σου από πάνω της. Μόνο τότε την ένιωθα να με αφήνει για λίγο ήσυχο. Τράβαγες το στόμα μου για να σχηματίσω το πιο μεγάλο χαμόγελο και έτσι όπως τέντωνες τα χαλαρωμένα μου μάγουλα έμοιαζε και αυτή να ξεθωριάζει κάτω από τον ήχο του γέλιου που έβγαζες.

Τα καλοκαίρια έπαιρνε το χρώμα του ήλιου και το χειμώνα γινόταν πιο βαθιά από τον αέρα και το κρύο. Ξύπναγε μαζί μου αχάραγα και με συντρόφευε σε κάθε δουλειά που έκανα, σε κάθε σκαλωσιά που ανέβηκα και σε κάθε μέρος που με πήρε έστω για λίγο μακριά από εσένα. Όλα μου τα μεσημέρια έκλεινα τα μάτια για λίγο και ονειρευόμουν μια ζωή χωρίς αυτή. Μεγάλωσα μαζί της. Και όπως περνούσαν τα χρόνια την ένιωθα να αλλάζει μορφή και χρώμα. Σταμάτησες να περνάς τα δαχτυλάκια σου πάνω από το πρόσωπο μου. Σταμάτησες να τραβάς τα χαλαρωμένα μου μάγουλα για να σχηματίσεις το πιο μεγάλο χαμόγελο. Δεν άκουγα συχνά τον ήχο της φωνής σου. Σε άκουγα όμως να φωνάζεις θυμωμένη και να με κοιτάς αγριεμένη όταν τα όχι μου ήταν πιο μεγάλα από τις επιθυμίες σου. Σε άκουγα να λες πως με μισείς και την ένιωθα να με καίει.

Την ημέρα που έφυγες από το σπίτι έκλεισα τα παράθυρα του δωματίου μου. 19 χρόνια από τότε που σε κράτησα στα χέρια μου, έμεινα μόνος μαζί της. Και για πρώτη φορά δεν ήξερα πως να της αντισταθώ.

Η μάνα μου είχε πει πως αν τα κάνω όλα σωστά, όπως πρέπει, θα αξιωνόμουν να είμαι καλός άνθρωπος στην κοινωνία. Το κακό με το σωστό είναι πως πάντα κάποιος άλλος στο μαθαίνει. Και το δικό μου σωστό σπάνια σχημάτιζε στο στόμα μου το χαμόγελο που ήθελες να δεις. Με μάθαν πως το να ανησυχώ, να προσέχω, να είμαι μετρημένος σε λόγια και σε πράξεις θα με κάνει να έχω τον έλεγχο. Και όταν κυνηγάς τον έλεγχο, χάνεις τη ζωή.

Όταν σε κοιτώ, βλέπω τη ζωή όπως πρέπει να είναι. Και ντρέπομαι που λίγο πριν το τέλος, κάθε που άνοιγες την πόρτα για να με δεις, έβλεπες μόνο αυτή. Ντρέπομαι που της έδωσα όλο το χώρο του μυαλού μου και της ψυχής μου ώσπου στο τέλος φόρεσε τη μορφή μου και έγινε εγώ.

Όλοι λένε πως μου μοιάζεις. Την τελευταία φορά που είδα το πρόσωπο σου πρόσεξα μια ανεπαίσθητη γραμμή απ’ άκρη σ’άκρη στο μέτωπο σου. Και τρόμαξα στην ιδέα πως θα ζήσεις την ζωή σου με την ίδια ρυτίδα ανησυχίας που είχε ο πατέρας σου στο μέτωπο σου. Άνοιξε το κουτί και μην το κάνεις. Είναι το τελευταίο όχι που θα σου πω.”

Το κράτησα στα χέρια μου. Ο αντίχειρας έσπρωξε το μεταλλικό κούμπωμα και το καπάκι με το σκαλιστό τριαντάφυλλο άνοιξε αποκαλύπτοντας το περιεχόμενο του κουτιού. Την έπιασα έχοντας χάσει την αίσθηση στα δάχτυλά μου. Μια μικρή, τετράγωνη, ασπρόμαυρη φωτογραφία. Μια παρέα έξι αγοριών, κοντά στα 20 τους χρόνια. Ολόγυρα τα πάντα είναι άσπρα και όλοι τους είναι ντυμένοι με μακριά, ζεστά ρούχα. Όμορφοι, γελούν μπροστά από τον φακό πιασμένοι από τους ώμους. Ο τελευταίος στα δεξιά έχει σηκωμένο το χέρι του και δίνει την αίσθηση πως όλοι είναι έτοιμοι να πετάξουν ψηλά, εκεί που βρίσκονται τα όνειρα τους. Στην μέση εσύ. Κοιτάς εμένα και γελάς με ένα γέλιο που ποτέ ξανά δεν έχω δει. Κάτι σχηματίζεις με το στόμα σου, κάποια λέξη που καμία φωτογραφία και καμία μνήμη πλέον δε θα μπορέσει να μου πει. Η πίσω πλευρά είναι κιτρινισμένη και με ξεθωριασμένα γράμματα διαβάζω.

“Απόκριες 1959. Ενθύμιον φιλίας. Ο καρδιακός φίλος Παναγιώτης, απεβίωσε τραγικά λίγες ώρες μετά.
Δε φοβάμαι να πεθάνω. Φοβάμαι μήπως σταματήσω να ζω.”

Στάθηκα μπροστά στη σιδερένια πόρτα του ασανσέρ. Ποτέ ξανά το κενό δεν είχε τόσες εικόνες. Τα χέρια πεσμένα στο πλάι κρατούσαν από τη μία τον φάκελο και από την άλλη το κουτί με τη φωτογραφία σου. Κοίταξα ψηλά. Εκεί ήσουν λογικά. Εκεί που σε οδηγούσε ο φίλος σου με το σηκωμένο χέρι.

“Έντάξει πατέρα”, είπα καθώς οι σιδερένιες πόρτες άνοιξαν μπροστά μου.

Group of men in suits standing and crouching in a snowy park, holding snowballs as snow falls around them, rendered in a textured oil-painting style.

αυτό ρίζωσε –
διάβασε το στον χρόνο σου

Discover more from rizesmou

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading