Κλωστή

Single hand gently open, a thin thread looped around the fingers and trailing away, rendered in a textured oil-painting style against a soft neutral background.

“Ξύπνα, πέθανε ο Αποστόλης, Βάλε κάτι μαύρο και έλα στην κουζίνα”.
Έτσι με ξύπνησε η μάνα μου ένα πρωί του Ιούνη.
Όλα μου τα ρούχα ήταν μαύρα, κανένα όμως κατάλληλο για την κηδεία του 76χρονου γείτονά μου. Και δεν με ένοιαζε τόσο ο κόσμος, όσο η γκρίνια της μάνας μου όταν θα με έβλεπε με σκισμένο, κολλητό παντελόνι και μπλούζα Annihilator. Φόρεσα το μοναδικό χωρίς στάμπα μπροστά. Πίσω βέβαια έγραφε “Fuck Rules” και ο Garfield πήδαγε τον Odie, αλλά άφησα τα μαλλιά μου λυτά ελπίζοντας να μην το προσέξει κανείς.

Η μάνα μου στην κουζίνα μιλούσε στο τηλέφωνο με κάποιον που, προφανώς, την είχε εκνευρίσει. Τον έλεγε “λεβέντη μου” και ποτέ της δεν αποκαλούσε κάποιον έτσι για καλό.
“Άντε λεβέντη μου, κάνε τώρα αυτό που σου είπα και μη με καθυστερείς άλλο γιατί έχω δουλειές. Κοίτα να μην αργήσεις και γίνουμε ρεζίλι γιατί θα πω στην μάνα σου για τις σούζες που κάνεις με τα ξένα μηχανάκια και μας κόβεις το αίμα κάθε βράδυ.”

Έκλεισε το τηλέφωνο και με πέρασε ακτινογραφία.
“Ο γιος της Καίτης. Του είπα να πεταχτεί ως την πόλη να πάρει δυο κιλά καφέ ελληνικό και μ’ άρχισε τα δε ξέρω-δε μπορώ. Την παίρνεις τηλέφωνο να της πεις για τα τσιγάρα που καπνίζει πίσω από το ιερό της εκκλησίας με εκείνον τον αμίλητο τον λέλεκα της Τασίας ή δεν την παίρνεις; Βγάλε τα δαχτυλίδια και έλα να φας κάτι.”
“Θα μου φτιάξεις καφέ; Δεν θέλω να φάω.”
“Θα φας λίγη πίτα, δεν θα είσαι όλη μέρα νηστική. Να σου βάλω ζάχαρη;”
“Σκέτο, πότε τον ήπια με ζάχαρη;”

Έβαλε στο μπρίκι μια κουταλιά γεμάτη καφέ και τον ανακάτεψε. Έπινα τον καφέ σκέτο, όπως με είχε μάθει ο πατέρας μου. Η ζάχαρη, έλεγε, είναι ο τρόπος να σε γλυκαίνει ο διάολος. Τούρτα δεν φάγαμε σε γενέθλια και η μάνα μου έκρυβε τις σοκολάτες κάτω από τα μαξιλάρια μας. Όσπρια, λαχανικά, κρέας και μια φορά τη βδομάδα ψάρι. Μας καλούσε να φάμε κάθε μέρα στις 2:30. Δεν μας ρωτούσε αν πεινάμε, φώναζε “Ελάτε” και μαζευόμασταν γύρω από το τραπέζι χωρίς να μιλάμε. Μόνο η μάνα μου κάθε τόσο έλεγε “Σκληρό ανάθεμα το για κρέας. Πολύ λάδι μου έπεσε. Το τσίμπησα στο αλάτι. Μου μίλαγε η Τασία και μου άρπαξε από κάτω.” O πατέρας μου αμίλητος με κοιτούσε συνωμοτικά και μου έκλεινε το μάτι. “Άστη να λέει”, σήμαινε αυτό.
“Φάε σαλάτα, μην τρως μόνο πατάτες”, μου έλεγε αυστηρά και με κοίταζε πάνω από τα γυαλιά του ξεχωρίζοντας το ψαχνό από το κόκκαλο για να μου δώσει να φάω. Μια πιρουνιά πατάτες, μια πιρουνιά μαρούλι ήταν η άτυπη συμφωνία μας. Με έπρηζε το άτιμο, αλλά με κοίταζε ικανοποιημένος πάνω από τα γυαλιά του και εγώ περίμενα την στιγμή που η λεπτή γραμμή που είχε για στόμα θα γινόταν χαμόγελο.

“M’ακούς;” με επανάφερε η μάνα μου. “Θα πας δίπλα να βοηθήσεις την Δημητρούλα με τους καφέδες. Να τους φτιάχνεις σκέτους, μόνο αν σου ζητάνε ζάχαρη θα βάζεις.”

Το σπίτι της Δημητρούλας και του Αποστόλη ήταν δίπλα στο δικό μας. Κάθε πρωί τον έβλεπα να περπατάει αργά στην βεράντα του σπιτιού του και όταν με αντίκρυζε σήκωνε το χέρι για να με χαιρετίσει. Πάντα αυτό που κρατούσε την μαγκούρα που τον στήριζε. Κοντοστεκόμουν για δευτερόλεπτα να δω αν θα πέσει να πάω να τον σηκώσω. Μικρή, μου έβαζε στην τσέπη εικοσάδραχμα για να πάρω τσίχλες και εγώ έπαιζα ηλεκτρονικά στο καφενείο του χωριού κοιτώντας πάνω από τον ώμο μου μην ξεπροβάλλει ο πατέρας μου και με κυνηγήσει μέχρι το σπίτι. O Αποστόλης έφυγε ήσυχα, σχεδόν όσο ήσυχα έζησε, πίσω από την κλειστή πόρτα του δωματίου του. Μόνο την ημέρα της κηδείας του, όλες οι πόρτες του σπιτιού του ήταν ανοιχτές. Σκέφτηκα να μπω από την μπαλκονόπορτα που οδηγούσε στο σαλόνι, αλλά η μάνα μου με έσπρωξε να μπω από την μπροστινή για να συλλυπηθώ την χήρα. Την μικροκαμωμένη και διάφανη Δημητρούλα, που εκείνη την ημέρα φορούσε το καλό, μαύρο φόρεμα της και τις χαμηλές γόβες της και κρατούσε σφιχτά την μικρή, δερμάτινη τσάντα της, περασμένη στον δεξί καρπό της. Καθόταν όρθια, αμήχανη μέσα στο σπίτι της με τα σκούρα, καφέ έπιπλα, τα σεμεδάκια που έπλεξε η ίδια, το εικονοστάσι δίπλα από την πόρτα του σαλονιού και την μυρωδιά από λιβάνι και ελληνικό καφέ. Στάθηκα μπροστά της αλλά δεν ήξερα τι να κάνω τα χέρια μου. Να τα άπλωνα και τα δύο, αλλά θα ήταν σα να θέλω να την αγκαλιάσω και δεν ήμουν καλή στις αγκαλιές. Να της έδινα το ένα, αλλά δεν ήξερα ποιο από τα δύο. Αποφάσισα να μην κάνω τίποτα.
“Να ζήσετε,” της είπα δυνατά.
Με κοίταξε με την ίδια απορία που με κοιτούσε καθημερινά από τότε που την θυμόμουν.
“Να τον θυμάστε,” με σκούντηξε η μάνα μου που όλη την ώρα ήταν από πίσω μου.
“Ναι, να μην τον ξεχάσετε”, της είπα και έφυγα προτού φάω ανάποδη. Δεν χαριζόταν η Ειρήνη σε κάτι τέτοια. Χαμό είχε κάνει την ημέρα που χάσαμε την γιαγιά μου. Στεκόταν με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος δίπλα στον πατέρα μου που μάθαινε το νέο του χαμού της μάνας του από το τηλέφωνο. Όταν το έκλεισε, τον είδα να κατεβάζει το κεφάλι και αυτή να στέκεται αμίλητη δίπλα του. Η Ειρήνη μέχρι το μεσημέρι είχε κανονίσει την κηδεία, είχε καλύψει τους καθρέφτες του σπιτιού με μαύρο πανί, έβγαλε το σκούρο του κοστούμι από το πάνω μέρος της ντουλάπας και γυάλισε τα μαύρα παπούτσια του και αυτός καθόταν αμίλητος στην βεράντα με σκυμμένο το κεφάλι. Κάποια στιγμή τον πλησίασε και του έδωσε ένα πένθος να φορέσει.
“Δεν το φοράω, φύγε”.
΄”Βάλτο, θα μας μολογάει όλη η γειτονιά”.
Σήκωσε το κεφάλι και την κοίταξε αυστηρά.
“Φύγε κυρία Ειρήνη και πάρτο αυτό από μπροστά μου. Δεν χρειάζομαι σημαδούρα στο μπράτσο”.

“Ρεζίλι με έκανες!” μου ψιθύρισε μέσα από τα δόντια της και με οδήγησε στην κουζίνα.
“Παράτα με, δεν είμαι καλή σε αυτά”, της απάντησα και άρχισα να ανοίγω τα πράσινα ντουλάπια με τα σκαλίσματα και τα μπρούτζινα πόμολα ψάχνοντας για φλυτζάνια.
Ο λεβέντης εμφανίστηκε από την πίσω πόρτα κρατώντας μια τσάντα γεμάτη με καφέ ελληνικό. Ανακουφισμένος που βρήκε εμένα και όχι την μάνα μου, άπλωσε το χέρι του να μου την δώσει και έμεινε εκεί κοκκαλωμένος για λίγα δευτερόλεπτα.
“Αυτό είναι;” με ρώτησε βαριεστημένα.
“Τι γράφει επάνω;” τον ρώτησα.
“Καφές ελληνικός”.
“Ε, αυτό είναι”.
“Θα έρθεις το βράδυ στην πλατεία;”
“Δεν βλέπεις ότι έχω δουλειά;” του επιτέθηκα και γέμισα το μπρίκι με νερό.
Έφυγε χωρίς να ξέρει τι λάθος έκανε και τον είδα να ανάβει τσιγάρο πριν χαθεί στην γωνία.

Σύντομα το σπίτι γέμισε με κόσμο. Συγγενείς και γείτονες, πραγματικά θλιμμένοι και περίεργοι για το δράμα του άλλου, ένας ένας έπαιρναν θέση μέσα στο μακρόστενο περιποιημένο σαλονάκι της Δημητρούλας με τα καφέ, βελούδινα καναπεδάκια και τον ξύλινο μπουφέ. Οι γυναίκες σταύρωναν τα χέρια πάνω στα γόνατα και οι άντρες έπαιζαν διακριτικά το κομπολόι τους. Πάνω στο μαρμάρινο τραπέζι με τα σκαλιστά πόδια, μέσα στην ασημένια κορνίζα, ο Αποστόλης με περιποιημένο μουστάκι, ήταν για πρώτη φορά το επίκεντρο της προσοχής. Και λίγο παραδίπλα, κοιτώντας τους όλους με απορία και χαμόγελο, η Δημητρούλα. Που με την ώρα γινόταν όλο και πιο μικροκαμωμένη, όλο και πιο διάφανη. Τόσο, που όταν ήρθε στην κουζίνα να δει αν το καντήλι έκαιγε ακόμη, νόμιζα θα κάνει ένα…παφ και θα εξαφανιστεί σε ένα μικρό συννεφάκι σκόνης.

H Ειρήνη υποδεχόταν, κάθιζε και σερβίριζε τον κόσμο με μια φυσική άνεση. Χαμογελούσε εγκάρδια, κουνούσε το κεφάλι όταν ακουγόταν κάτι καλό για τον εκλιπόντα και διακριτικά μάζευε φλιτζάνια και πιατάκια. Στεκόταν εκεί, σε μια γωνιά έτοιμη να βοηθήσει. Μόνο στην κουζίνα έμπαινε σαν στρατηγός έτοιμη να οδηγήσει το τάγμα της στην πρώτη γραμμή.

“Κούνα τα χέρια σου και μην χαζολογάς, ο Ταξιάρχης θέλει και ένα κονιακάκι μαζί με τον καφέ του”, διέταζε αλλάζοντας με γοργές κινήσεις το σεμεδάκι του δίσκου γιατί της χύθηκε καφές. “Και όταν τελειώσεις, γέμισε βουτήματα την πιατέλα”. Δεν είχε αντίλογο το πρόσταγμα της Ειρήνης.

Ως το μεσημέρι στάθηκα μονάχα λίγα λεπτά και κρυφοκοίταξα το σαλόνι που τώρα έμοιαζε με καφενείο. Η κουβέντα είχε γυρίσει στα αθλητικά και τις εκλογές του χωριού. Τρύπωνε η ζωή από τις χαραμάδες στο μακρόστενο σαλονάκι, μαζί με γέλια πνιχτά και τις ειδήσεις για τον χωρισμό του Αναστάση από την Κατερίνα που κέντρισε το ενδιαφέρον ακόμη και της χήρας. Ο Αποστόλης μέσα από την ασημένια κορνίζα, στο κέντρο του δωματίου κοιτούσε με βλέμμα χαρούμενο και περήφανο. Πόσος κόσμος στο σπίτι του για πρώτη φορά. Το ρολόι χτύπησε δύο και σαν φρουρά σε αλλαγή, έφυγαν οι πρωινοί και ήρθαν οι απογευματινοί. Κοίταξα τα άπλυτα πιάτα και φλυτζάνια στον νεροχύτη και μόνο έτσι κατάλαβα πως είχα ώρα να ακούσω τη φωνή της μάνας μου, ώρα να δεχτώ μια διαταγή. Έψαξα με το βλέμμα στο σαλόνι. Δεν ήταν εκεί. Την γύρεψα στα δωμάτια του σπιτιού. Άφαντη. Βγήκα στην μεγάλη αυλή με τις περιποιημένες γλάστρες και την είδα λίγα μέτρα παραπέρα, κάτω από μια σκιερή ακακία να καπνίζει με την πλάτη γυρισμένη. Ποτέ της δεν κάπνισε μπροστά μας.

Σκέφτηκα να της ζητήσω ένα.
“Καπνίζεις;” με ρώτησε με απογοήτευση ο πατέρας μου τη μέρα που βρήκε στο πάτωμα το πακέτο που είχε παραπέσει από την σχολική μου τσάντα.
“Σιγά να μην καπνίζει το παιδί”, μπήκε μπροστά η Ειρήνη. “Α, της ξεμυαλισμένης της αδελφή μου είναι, τα ξέχασε στο τραπεζάκι που πίναμε τον καφέ μας και είπα στο παιδί να τα μαζέψει.”
Η μάνα μου πήρε το πακέτο, το έβαλε στην τσέπη της και με κοίταξε πίσω από την πλάτη του. Δεν ήθελα να χρωστάω στην Ειρήνη, αλλά πιο πολύ δεν ήθελα να να με κοιτάζει με απογοήτευση ο πατέρας μου.

Στάθηκα δίπλα της κάτω από την σκιά της ακακίας. Ήταν ένα ήρεμο μεσημέρι, από αυτά που αγαπούσα να κάθομαι ξαπλωμένη στον ήλιο και να σκέφτομαι την ζωή μου μακριά από εκείνο το μέρος. Δεν ήξερα πώς να υπάρχω γύρω της. Μια αόρατη κλωστή μας έδενε, έτοιμη να σπάσει ανά πάσα στιγμή. Την ημέρα που πέθανε ο πατέρας μου, άφησε επάνω μου την ματιά της για πάντα. “Το παιδί”, έλεγε σε όλους. “Το νου σας στο παιδί, αφήστε με εμένα.” Μία στρατιά από συγγενείς και φίλους άφησαν την ματιά τους επάνω μου. Όπου και αν πήγαινα, δεκάδες βλέμματα με ακολουθούσαν, χέρια με αγκάλιαζαν, λόγια με καθησύχαζαν. “Το παιδί”, έλεγε ξανά και ξανά η Ειρήνη. “Αφήστε με εμένα.”


“Πότε να φύγω;” Δεν μου πήγε η καρδιά να της ζητήσω τσιγάρο.
“Πλύνε τα τελευταία φλυτζάνια και φύγε, θα τα κάνω εγώ τα υπόλοιπα. Και να φας πριν φύγεις, μην μείνεις νηστικό.”
Ποτέ δεν έμενα νηστικό. Αλλά για κάποιο λόγο αυτή ήταν η μεγαλύτερη ανησυχία της. Έκανα δυο βήματα και σταμάτησα. Μια ερώτηση με τριγυρνούσε από το πρωί.

“Γιατί τα κάνουμε όλα αυτά;” την ρώτησα πάντα κακόκεφη.
“Γιατί κάποιος πρέπει να νοιαστεί”, μου απάντησε χωρίς να με κοιτάξει. “Τι θα απογίνει ο άνθρωπος χωρίς κάποιον να τον νοιάζεται; Χωρίς για κάτι να νοιάζεται;”

Για πόσα πράγματα νοιαζόμουν εκείνη την ημέρα; Πήρα ένα κομμάτι πίτα από το τραπέζι, κοίταξα το σαλονάκι με τους περίεργους, τους θλιμμένους, τον περήφανο Αποστόλη και την διάφανη Δημητρούλα και βγήκα από την πόρτα της κουζίνας. Τριγύρω λιακάδα και μέσα μου συννεφιά. Το δωμάτιο μου με τις βαριές γκρι κουρτίνες έμοιαζε με κλουβί. Η μουσική με εκνεύριζε. οι αφίσες στους τοίχους ήθελαν σκίσιμο, τα ρούχα πέταγμα, και τα παράθυρα σπάσιμο. Ο κόσμος όλος ήταν μικρός για να χωρέσει την αδιαφορία μου, την οργή μου, την θλίψη μου. “Γιατί τα κάνουμε όλα αυτά;”
Η μάνα μου επέστρεψε βράδυ. Άνοιξε λίγο την πόρτα και όταν με είδε ξαπλωμένη, ήρθε και κάθισε στην άκρη του κρεββατιού. Δεν με ακουμπούσε. Μόνο τα μάτια της ήταν επάνω μου.
“Έφαγα”, της είπα. “Σταμάτα να ανησυχείς”.

Πίσω από το ιερό της εκκλησίας, ο λεβέντης και ο λέλεκας κάπνιζαν νωχελικά. Κάθισα πάνω στο μηχανάκι, πήρα τσιγάρο από τον λεβέντη και έκλεισα για λίγο τα μάτια. Ήμουν μακριά, ασφαλής. Δεμένη με μια αόρατη κλωστή.

Σε μια κηδεία που μύριζε λιβάνι και ελληνικό καφέ, μαθαίνει πως η φροντίδα είναι το μόνο που μένει.

αυτό ρίζωσε –
διάβασε το στον χρόνο σου

Discover more from rizesmou

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading